ἰκτερικός,


ἰκτερικός,
ἰκτερικός, u. ἰκτερι-ώδης, ες, u. ἰκτερόεις, εσσα, εν, gelbsüchtig

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • ἰκτερικός — jaundiced masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ικτερικός — ή, ό (Α ἰκτερικός, ή, όν) [ίκτερος] 1. αυτός που αναφέρεται στον ίκτερο* («ικτερικό χρώμα») 2. αυτός που πάσχει από ίκτερο …   Dictionary of Greek

  • ἰκτερικά — ἰκτερικός jaundiced neut nom/voc/acc pl ἰκτερικά̱ , ἰκτερικός jaundiced fem nom/voc/acc dual ἰκτερικά̱ , ἰκτερικός jaundiced fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰκτερικῶν — ἰκτερικός jaundiced fem gen pl ἰκτερικός jaundiced masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰκτερικόν — ἰκτερικός jaundiced masc acc sg ἰκτερικός jaundiced neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰκτερικοῖς — ἰκτερικός jaundiced masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰκτερικοῖσι — ἰκτερικός jaundiced masc/neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰκτερικοί — ἰκτερικός jaundiced masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰκτερικοῦ — ἰκτερικός jaundiced masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰκτερικούς — ἰκτερικός jaundiced masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰκτερικῇ — ἰκτερικός jaundiced fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.